Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

empêcher στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
empêcher
λέγεται
ανπεσέ
.
empêcher
σημαίνει στα ελληνικά
εμποδίζω / s’ empêcher κρατιέμαι / αντέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • bloquer / empêcher : παρεμποδίζω
  • empêcher de couver : εμποδίζω την επώαση
  • gaine étanche au feu / gaine empêchant la progation de feu : πηγάδι με πυροπροστασία / φρεάτιο με πυροπροστασία
  • agent empêchant l'éraillage / agent empêchant le démaillage : παράγοντας που αποτρέπει το ξέφτισμα / παράγοντας που αποτρέπει την καταστροφή της ύφανσης
  • empêcher le mobilier de riper : εμποδίζω τη μετατόπιση επίπλου / δεν επιτρέπω τη μετατόπιση επίπλου
  • empêcher l'entrée non autorisée : αποτροπή παράνομης εισόδου
  • Comité des précurseurs de drogues / Comité pour les mesures à prendre afin d'empêcher le détournement de certaines substances pour la fabrication illicite de stupéfiants ou de substances psychotropes : Επιτροπή για τη θέσπιση μέτρων για την πρόληψη της διοχέτευσης ορισμένων ουσιών στην παράνομη παρασκευή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών
  • dispositif empêchant le démarrage / dispositif de blocage du démarrage : διάταξη παρεμπόδισης της εκκίνησης
  • empêcher un navire de tomber en travers : τήρηση σκάφους εκτός των κοιλωμάτων των κυμάτων
  • dispositif empêchant le passage des flammes : μηχανισμός για την πρόληψη μετάδοσης φλόγας

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments