Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

emprisonnement στα ελληνικά
emprisonnement
λέγεται
ανπριζονμάν
.
emprisonnement
σημαίνει στα ελληνικά
φυλάκιση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- incarcération / emprisonnement : εγκλεισμός στη φυλακή / ποινή στερητική της ελευθερίας
- réclusion à vie / réclusion à perpétuité : ισόβια κάθειρξη
- enlacement du flux / emprisonnement du flux : περίδεση ροής
- les soufflures résultent de l'emprisonnement de gaz dans le solide : τα φυσήματα(κοιλότητες)προκύπτουν από την παγίδευση του αερίου εντός του στερεού
- Ensemble de principes pour la protection de toutes les personnes soumises à une forme quelconque de détention ou d'emprisonnement : δέσμη αρχών για την προστασία παντός προσώπου που τίθεται υπό κράτηση ή φυλάκιση οποιασδήποτε μορφής / δέσμη αρχών για την προστασία όλων των προσώπων που τελούν υπό οποιαδήποτε μορφή κράτησης ή φυλάκισης
Subscribe
0 Comments


