Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enclos στα ελληνικά
enclos
λέγεται
ανκλό
.
enclos
σημαίνει στα ελληνικά
περίβολος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- enclos : περίβολος
- enclos : τεχνητή δεξαμενή διατήρησης ψαριών
- enclos : περιφραγμένος χώρος
- enclos : περίφραγμα / ελεύθερη ζώνη
- enclos / surfaces encloses : περίφραγμα / περιφραγμένες επιφάνειες
- parc mobile / enclos sur roues : κινητό πάρκο / περίφραξη σε τροχούς
- enclos mobile : μετακινούμενος κλωβός
- enclos à veaux : περίφραγμα μόσχων
- enclos en filet : δικτυωτή περίφραξη
- pâturage en enclos amovible : βόσκησις εις περιοδικώς φρασσόμενον χώρον
Subscribe
0 Comments


