Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

endossement στα ελληνικά
endossement
λέγεται
ανντοσμάν
.
endossement
σημαίνει στα ελληνικά
οσπιθογράφηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- endos / endossement : οπισθογράφηση
- endossement : μεταβίβαση εισιτηρίων
- engagement d'endos / engagement par endossement : υποχρεώσεις εξ οπισθογραφήσεως / ανάληψη υποχρέωσης από οπισθογράφηση
- endossement en blanc : οπισθογράφηση εν λευκώ / οπισθογράφηση "εν λευκώ"
- endossement régulier : πλήρης οπισθογράφηση / κανονική οπισθογράφηση
- endossement (chèque) : οπισθογράφηση (επιταγής)
- valeur en nantissement / endossement à titre de gage : οπισθογράφηση για παροχή εγγύησης
- endossement restrictif : περιοριστική οπισθογράφηση
- facilité d'endossement : ευκολία περιβολής
- endossement de tirages : οπισθογράφηση τραβήγματος
Subscribe
0 Comments


