Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enfourcher στα ελληνικά
enfourcher
λέγεται
ανφουρσέ
.
enfourcher
σημαίνει στα ελληνικά
καβαλικεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- siège selle / siège à enfourcher : κάθισμα ιππαστί
Subscribe
0 Comments


