Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enrouler στα ελληνικά
enrouler
λέγεται
ανρουλέ
.
enrouler
σημαίνει στα ελληνικά
τυλίγω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dérouler / enrouler : ξετυλίγω / εκτυλίσσω
- enrouler : μαζεύω / τυλίγω
- enroulé : τυλιγμένο
- enrouleuse / machine à enrouler : Mηχανή περιτύλιξης
- enrouleuse / machine à enrouler : ρόλο / μηχανή τυλίγματος
- fil enroulé : τυλιγμένο νήμα,τυλιγμένη κλωστή
- boîte bobinée / boîte enroulée : ελικοειδές χαρτόκουτο
- noyau enroulé : ελασματοειδής σπειροειδής πυρήνας
- fût d'emballage / cylindre en carton enroulé : βαρέλι συσκευασίας / κύλινδρος από τυλιγμένο χαρτόνι
- feuillard spiralé / feuillard enroulé en spirale : φύλλο περιελιγμένο σπειροειδώς
Subscribe
0 Comments


