Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

entente στα ελληνικά
entente
λέγεται
αντάντ
.
entente
σημαίνει στα ελληνικά
συμφωνία / συνεννόηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cartel / entente : καρτέλ / σύμπραξη
- entente / pratique commerciale restrictive : περιοριστική πρακτική εμπορίου
- entente : συνασπισμός
- entente / conspiration : συμμορία
- ANS / accord de niveau de service : συμφωνία επιπέδου εξυπηρέτησης
- Office fédéral des ententes / OFE : Υπηρεσία Συμπράξεων
- APP / accord préalable en matière de prix de transfert : APA / ΣΠΤ
- cartellisation / constitution d'ententes : ύπαρξη καρτέλ / δημιουργία καρτέλ
- cartel des prix / cartel de fixation des prix : καρτέλ με σκοπό τον καθορισμό τιμών
- lois anti-trust / législation anti-trust : αντιμονοπωλιακή νομοθεσία
Subscribe
0 Comments


