Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

entrelacer στα ελληνικά
entrelacer
λέγεται
αντρλασέ
.
entrelacer
σημαίνει στα ελληνικά
περιπλέκω / τυλίγω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- balayage entrelacé : σάρωση γραμμή παρά γραμμή
- balayage entrelacé : διυφαινόμενη σάρωση / διεμπλεκόμενη σάρωση
- jointure entrelacée : συμπλεκόμενη πλευρική ραφή
- machine à entrelacer : μηχανή πλεξίματος
- fréquences entrelacées / fréquences intercalées : αλληλένθετες συχνότητες
- code à blocs entrelacés : κώδικας με αλληλένθετα μπλοκ
- plan à fréquences entrelacées / structure à fréquences entrelacées : σχέδιο αλληλένθετων συχνοτήτων
- structure à lignes entrelacées : δομή αλληλοένθεσης γραμμών
- connexions portantes entrelacées : φέροντες ακροδέκτες αλληλοκαλυπτόμενοι
- fréquences porteuses entrelacées : αλληλένθετες συχνότητες φερουσών
Subscribe
0 Comments


