Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

envelopper στα ελληνικά
envelopper
λέγεται
ανβλοπέ
.
envelopper
σημαίνει στα ελληνικά
τυλίγω / διπλώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tégument / enveloppe : εξωτερικό περίβλημα / καλυπτήρια στοιβάδα
- enveloppe / double paroi : κάλυμμα / επένδυση
- enveloppe / cuve extérieure : εξωτερικό περίβλημα ψυγείου
- gaine / couche : θήκη / στρώση
- couche / enveloppe : περίβλημα
- bractée / enveloppe : έλυτρο / περίβλημα
- enveloppe : φάκελος
- enveloppe : περίβλημα
- enveloppe : κλειστός χώρος,περίφραγμα,περίβλημα
Subscribe
0 Comments


