Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

envergure στα ελληνικά
envergure
λέγεται
ανβεργκύρ
.
envergure
σημαίνει στα ελληνικά
διάσταση / εύρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- envergure : εκπέτασμα πτέρυγας
- envergure : Εκπέτασμα
- envergure : άνοιγμα πτερύγων,έκταση πτερύγων,πλάτος πτερύγων
- surface alaire / envergure de l'aile : επιφάνεια πτέρυγας
- fausse envergure / fausse enverjure : σταύρωση από ρατιέρα
- volet d'envergure : πτερύγιο καμπυλότητας διατάματος
- envergure de pale : εκπέτασμα πτερυγίου
- envergure latérale : εκπέτασμα / εγκάρσιο άνοιγμα
- rendement de champ / économie d’envergure : αποδόσεις πεδίου
Subscribe
0 Comments


