Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

envoyeur στα ελληνικά
envoyeur
λέγεται
ανβουαγέρ
.
envoyeur
σημαίνει στα ελληνικά
αποστολέας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- envoyeur MF / envoyeur de code MF : πολυσυχνικός αποστολέας / MF αποστολέας εξωπαλμοδότησης
- auxiliaire MF / envoyeur-récepteur MF : εξοπλισμός MFC / πολυσυχνικός εξοπλισμός
- envoyeur clavier : εκπομπός DTFM
- envoyeur-récepteur / émetteur-récepteur de signalisation : συνδυασμένος πομπός και δέκτης σηματοδοσίας
- envoyeur multifréquence : κατανεμητής σημάτων συχνότητας
Subscribe
0 Comments


