Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

épais στα ελληνικά
épais
λέγεται
επέ
.
épais
σημαίνει στα ελληνικά
χοντρός / πυκνός / πηχτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- épais : παχύς
- ais / madrier : μαδέρι / σανίδα
- bouillie / suspension épaisse : υδαρής πολτός
- fond épais : χονδρός πυθμένας
- carton dur / carton épais fin : σκληρό χαρτόνι
- côtés épais : βαρύ φάτνωμα
- verre épais / verre triple : κρύσταλλο / χονδρός υαλοπίνακας
- joint épais : συγκόλληση με παχιά στρώση κόλλας
- haie serrée / haie épaisse : πυκνός φυτικός φράκτης
- placage épais : επίστρωση μεγάλου πάχους
Subscribe
0 Comments


