Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

éploré στα ελληνικά
éploré
λέγεται
επλορέ
.
éploré
σημαίνει στα ελληνικά
δακρύβρεκτος / θρηνώδης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
