Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

escalier στα ελληνικά
escalier
λέγεται
εσκαλιέ
.
escalier
σημαίνει στα ελληνικά
σκάλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- escalier : σκάλα / κλίμακα
- escalator / escalier mobile : κυλιόμενη σκάλα
- escaliers : κλίμακες
- passage / tapis-chemin : διάδρομος
- escalateur / escalier roulant : μηχανική σκάλα
- noyau / poteau d'escalier : μπαμπάς περιστροφικής σκάλας / πυρήνας περιστροφικής κλίμακας
- escalier d'eau : σκάλα νερού / κλίμακα νερού
- escalier à vis / escalier hélicoïdale : στριφτή σκάλα / ελικοειδής κλίμακα
- demi-escalier : ημικλιμακοστάσιο
- cage d'escalier : κλιμακοστάσιο
Subscribe
0 Comments


