Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étendue στα ελληνικά
étendue
λέγεται
ετανντύ
.
étendue
σημαίνει στα ελληνικά
έκταση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étendue / étendue dans la production : εύρος διαδικασίας
- étendue / déviation : απόκλισις
- étendue : διαφορά μέσων
- étendue / amplitude : εύρος / κύμανση
- étendue : εύρος
- étendre / décomprimer : αποσυμπιέζω
- étendre : διαστέλλω,διευρύνω,εκτείνω
- étendre : γενικεύω(υπολογισμό)
- NetBEUI / interface d'utilisation étendue de NetBIOS : NetBEUI / διεπαφή χρήστη επεκτεταμένου NetBIOS
- lagre / pierre à étendre : τράπεζα επιπέδωσης
Subscribe
0 Comments


