Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

excursion στα ελληνικά
excursion
λέγεται
εξκυρσιόν
.
excursion
σημαίνει στα ελληνικά
εκδρομή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tour / excursion : εκδρομή / περιήγηση
- excursion : έκταση της κίνησης
- sur-excursion : υπεραπόκλιση
- voyage scolaire / voyage éducatif : εκπαιδευτική εκδρομή
- tarif excursion : τουριστικός ναύλος
- excursion logique : δυναμική λογική / ταλάντευση λογική
- train d'excursion : αμαξοστοιχία εκδρομική / αμαξοστοιχία τουριστική
- trafic d'excursion / trafic touristique : κυκλοφορία για τουρισμό
- excursion relative / facteur de déviation : λόγος απόκλισης / σχέση απόκλισης
- bateau d'excursion : εκδρομικό πλοίο
Subscribe
0 Comments


