Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

expatrier στα ελληνικά
expatrier
λέγεται
εξπατριέ
.
expatrier
σημαίνει στα ελληνικά
εξοστρακίζω / s’ expatrier ξενιτεύομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- expat / expatrié : απόδημος / εκπατρισμένος
- personnel expatrié : απόδημο προσωπικό
- travailleur expatrié : εκπατριζόμενος εργαζόμενος
- caisse des expatriés : ασφαλιστικός φορέας αποδήμων
Subscribe
0 Comments


