Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

expertise στα ελληνικά
expertise
λέγεται
εξπερτίζ
.
expertise
σημαίνει στα ελληνικά
πραγματογνωμοσύνη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- expertise : πραγματογνωμοσύνη
- expertise : εκτίμηση/αποτίμηση
- expertise / appréciation : εκτίμηση / πραγματογνωμοσύνη
- visite / expertise : επιθεώρηση
- expertise : εμπειρία
- expertise / relèvement du dommage : πραγματογνωμοσύνη ζημιών / πραγματογνωμοσύνη αβαρίας
- surexpertise / contre-expertise : αντι-πραγματοσύνη
- EFEX / réseau européen d'expertise financière : Ευρωπαϊκό Δίκτυο Χρηματοπιστωτικής Εμπειρογνωσίας / EFEX
Subscribe
0 Comments


