Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

extraction στα ελληνικά
extraction
λέγεται
εξτραξιόν
.
extraction
σημαίνει στα ελληνικά
εξαγωγή / εξόρυξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- extraction : εκχύλιση
- extraction : εξόρυξη/εξαγωγή
- extraction : επανάκτηση
- transport / extraction : εξόρυξη / μεταφορά
- sortie / extraction : output / διαδικασία εξαγωγής
- extraction : ανάκτηση
- extraction : εξαγωγή / αφαίρεση
- extraction : εξαγωγή
- projection / extraction de champs : ανάκτηση πεδίου
Subscribe
0 Comments


