Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fardeau στα ελληνικά
fardeau
λέγεται
φαρντό
.
fardeau
σημαίνει στα ελληνικά
φορτίο / βάρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fardeau : κιβώτιο για μεταφορά τυριών
- botte / fardeau : φορτίο γερανού
- charge fiscale / charge de l'impôt : φορολογική επιβάρυνση
- fardeau à grue : φορτίο γερανού
- charge inversée / fardeau inversé : αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως
- fardeau génétique : γενετικό φορτίο
- poids de la dette / charge de la dette : δανειακό βάρος
- charge de la preuve / fardeau de la preuve : βάρος της αποδείξεως
- charge de la preuve / fardeau de la preuve : βάρος της απόδειξης
- charge administrative (Preferred) / fardeau administratif (Admitted) : διοικητική επιβάρυνση
Subscribe
0 Comments


