Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

féculent στα ελληνικά
féculent
λέγεται
φεκυλάν
.
féculent
σημαίνει στα ελληνικά
ζυμαρικό / όσπριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fécule : άμυλον
- fécule native : φυσικό άμυλο
- colle d'amidon / colle de fécule : κόλλα αμύλου
- fécule de malt : βυνάμυλο / άμυλο βύνης
- fécule de sagou : άμυλο σάγου
- grain de fécule : κόκκος αμύλου
- fécule de manioc : άμυλο μανιόκας
- amidon solubilisé / amidon et fécule prégélatinisé : άμυλο διαλυμένο / άμυλο κάθε είδους προζελατινοποιημένο
- fécule éthérifiée : αιθεροποιημένο άμυλο
- fécule estérifiée : εστεροποιημένο άμυλο
Subscribe
0 Comments


