Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

feinte στα ελληνικά
feinte
λέγεται
φεντ
.
feinte
σημαίνει στα ελληνικά
προσποίηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- alose feinte / poisson de mai : σαρδελομάνα / φρίσσα
- bride feinte / fausse bride : ψευτοχαλινάρι
- alose feinte / MUL : TSD / φρίσσα
- aloses vraies / aloses feintes : φρίσσα / σαρδελομάνα
- alose feinte du Nil / alose feinte nilotique : φρίσσα / σαρδελομάνα
Subscribe
0 Comments


