Εφαρμογή του

fermier στα ελληνικά
fermier
λέγεται
φερμιέ
.
fermier
σημαίνει στα ελληνικά
αγρότης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fermier / preneur : μισθωτής
- fermier : χωριάτικο
- fermier / métayer : μορτίτης / επίμορτος αγρολήπτης
- fermière / agricultrice : χωρική / γυναίκα γεωργός
- fermier : μισθωτής γεωργικής γης
- beurre fermier / beurre de ferme : βούτυρο αγροκτήματος
- produit fermier / produit de ferme : προϊόντα του αγροκτήματος
- brodequin fermier : υπόδημα ορειβασίας
- éleveuse fermière / éleveuse à cloche : επωαστική μηχανή με κώδωνα
- entreprise affrétée / entreprise fermière : ανάδοχος επιχείρηση
Subscribe
0 Comments