Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

feuilleter στα ελληνικά
feuilleter
λέγεται
φειγτέ
.
feuilleter
σημαίνει στα ελληνικά
ξεφυλλίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- feuilleter : ξεφυλλίζω
- quart / quartaut : βαρέλι μέτριο
- verre feuilleté / verre formé de feuilles contrecollées : γυαλί πολλαπλών στοιβάδων / γυαλί από συγκολλημένα φύλλα
- noyau feuilleté : φυλλοειδής μαγνητικός πυρήνας
- noyau feuilleté : ελασματοειδής πυρήνας
- noyau feuilleté : πυρήνας από φυλλοειδή ελάσματα
- ressort à lames / ressort feuilleté : φυλλοειδές ελατήριο
- caillé feuilleté : σχιστό πήγμα
- crochet feuilleté : πολύφυλλο άγκιστρο
Subscribe
0 Comments


