Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fiancée στα ελληνικά
fiancée
λέγεται
φιανσέ
.
fiancée
σημαίνει στα ελληνικά
μνηστή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- noctuelle fiancée : κοπτοσκώληκας της αμπέλου
- enlèvement de fiancée / enlèvement de la future mariée : απαγωγή της νύφης
Subscribe
0 Comments


