Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

finir στα ελληνικά
finir
λέγεται
φινίρ
.
finir
σημαίνει στα ελληνικά
τελειώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- débit / rendement : παραγωγή
- fini : τελειωτική κατεργασία
- fini : τελική διάστασις
- DTEF / diagramme de transition d'état fini : πεπερασμένο διάγραμμα μεταβάσεων
- état fini : τελική μορφή
- fini mat : φινίρισμα μάτ
- pièce finie / produit fini : έτοιμο προϊόν / τελικό προϊόν
- produit fini : έτοιμα προϊόντα / κατεργασμένα προϊόντα
- bière finie : έτοιμη μπίρα / έτοιμος ζύθος
- fini crispé / pelure d'oignon : φουσκωμένο χαρτί
Subscribe
0 Comments


