Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

flamboyer στα ελληνικά
flamboyer
λέγεται
φλανμπουαγέ
.
flamboyer
σημαίνει στα ελληνικά
αστράφτω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- opale de feu / opale miellee : πυροπάλιος
- finition flamboyante : διαφανές στιλπνό τελείωμα
Subscribe
0 Comments


