Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fléau στα ελληνικά
fléau
λέγεται
φλεό
.
fléau
σημαίνει στα ελληνικά
μάστιγα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fléau : κόπανος / αλωνιστικό εργαλείο
- fléau : φάλαγγα
- fléau : ζύγωμα
- grands fléaux : μεγάλες πληγές της ανθρωπότητας
- couteau fléau : μαχαίρι αλωνιστικής ράβδου
- rotor à fléaux / rotor à palettes-cuillers : περιστροφικός μηχανισμός με πτερύγια / περιστροφική κεφαλή με αλωνιστικές ράβδους
- fermeture à fléau : κλείσιμο με μπάρα / κλείσιμο με ράβδο
- cavalier de fléaux : βάρος φάλαγγας
- faucheuse à fléaux / faucheuse conditionneuse à fleaux : χορτοκοπτική-στελεχοθλιπτική μηχανή
Subscribe
0 Comments


