Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fleuri στα ελληνικά
fleuri
λέγεται
φλερί
.
fleuri
σημαίνει στα ελληνικά
ανθισμένος / ανθόσπαρτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fleuri : ανθοσμίας / ανθομύριστος
- fleurir : ανθίζω
- "fleuri" : ανθισμένος
- bout fleuri : διάτρητο ψίδι
- jonc fleuri / butome en ombelle : βούτομος / βούτομος ο σκιαδανθής
- raie fleurie / MUL : σελάχι κούκος
- croûte fleurie : κρούστα με εξανθίσεις
- doublure de bout fleuri : πεταλάκι πούντας
- fromage à croûte fleurie : τυριά με επιφανειακή ωρίμαση
Subscribe
0 Comments


