Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

foncer στα ελληνικά
foncer
λέγεται
φονσέ
.
foncer
σημαίνει στα ελληνικά
ορμάω / τρέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- puits foncé : πηγάδι με τσιμεντένια ή τούβλινα τοιχώματα
- puits foncé : φρέαρ δι'εμπήξεως σωλήνος
- marron foncé : σκούρο καστανό
- jaune chrome foncé : βαθύ κίτρινο του χρωμίου
- farine à pain foncée : βαθύχρουν άλευρον δι'άρτον
- pointe de puits foncé : κάτω άκρον γεωτρήσεως εμπήξεως
- taches brun-rouge foncé : ερυθρο-καστανόχροες κηλίδες
- malt foncé (type Munich) : βαθύχρους βύνη(τύπου Munich)
- drêches foncées de distillerie / drèches foncées de distillation : σπόρος απόσταξης σκοτεινού χρώματος
Subscribe
0 Comments


