Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fonction στα ελληνικά
fonction
λέγεται
φονξιόν
.
fonction
σημαίνει στα ελληνικά
υπηρεσία / λειτούργημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fonction : θέση / ιδιότητα
- fonction : υπηρεσία
- fonction / fonction de commande : πράξη ελέγχου
- fonction / fonction(N) : λειτουργία
- fonction : συνάρτηση / συναρτησιακή διαδικασία
- fonction : συνάρτηση
- OU câblé / ou câblé : συρματωμένο OR
- fonction : λειτουργία
- fonctions : χρήσεις
Subscribe
0 Comments


