Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fonctionnel στα ελληνικά
fonctionnel
λέγεται
φονξιονέλ
.
fonctionnel
σημαίνει στα ελληνικά
λειτουργικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fonctionnel : λειτουργικός
- illettrisme / analphabétisme fonctionnel : λειτουργικός αναλφαβητισμός / αγραμματοσύνη
- code postal / code fonctionnel : λειτουργικός κώδικας / ταχυδρομικός κώδικας
- marche / performance : αποτελεσματικότητα λογισμικού
- expert / spécialiste : ειδικός
- code carte / perforation fonctionnelle : διάτρηση ελέγχου
- illettré / analphabète fonctionnel : αγράμματος
- domaine / segment fonctionnel : περιοχή πρωτεΐνης
- profil standard / profil fonctionnel : κατατομή / λειτουργικό πρότυπο
- test fonctionnel / essai fonctionnel : τεστ λειτουργίας / δοκιμή λειτουργίας
Subscribe
0 Comments


