Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fourche στα ελληνικά
fourche
λέγεται
φουρς
.
fourche
σημαίνει στα ελληνικά
φούρκα / διχάλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fourche : δίκρανο
- fourche : περόνη
- fourche : πηρούνα
- fourche : σημείο διακλαδώσεως
- griffe / fourche : διχαλωτό άγκιστρο
- fourche / fourche d'un arbre : διχάλα,σημείον διακλαδώσεως
- fourche : ξύλον εκ σημείου διασταυρώσεως,ξύλον εκ διχάλας
- croc / crochet : δικέλι με κυρτά δόντια
- bourrelet / pied de bord : "κρεμμύδι" / πόδι του μπόρ
Subscribe
0 Comments


