Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fréquentation στα ελληνικά
fréquentation
λέγεται
φρεκαντασιόν
.
fréquentation
σημαίνει στα ελληνικά
συναναστροφή / παρέα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fréquentation scolaire : απουσιολόγιο
- fréquentation du public : προσέλευση του κοινού
- fréquentation scolaire : αναλογία φοίτησης
- fréquentation touristique : τουριστική κίνηση
- violence lors de rendez-vous / violence commise lors d'un rendez-vous : βία στα ραντεβού
- taux de fréquentation scolaire : ποσοστό σχολικής φοίτησης
- fréquentation des trains de voyageurs : πληρότητα επιβατικών αμαξοστοιχιών / ποσοστό κατάληψης των επιβατικών αμαξοστοιχιών
- allocation en cas de fréquentation d'un établissement scolaire spécial : επίδομα σε περίπτωση φοίτησης σε ειδικά σχολεία
Subscribe
0 Comments


