Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fuite στα ελληνικά
fuite
λέγεται
φυίτ
.
fuite
σημαίνει στα ελληνικά
διαρροή / διαφυγή / φυγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fuite : απόδραση
- fuite : διαρροή/διαφυγή
- fuite : διαρροή
- fuite / déperdition : διαρροή
- fuite : διαφυγή
- drain / orifice de fuite : στόμιο αποστραγγίσεως / στόμιο επιστροφής διαρροών
- fuites : απώλεια / διαρροή
- DDFT / disjoncteur-détecteur de fuites à la terre : GFCI / διακόπτης κυκλώματος βλάβης γείωσης
Subscribe
0 Comments


