Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

garer στα ελληνικά
garer
λέγεται
γκαρέ
.
garer
σημαίνει στα ελληνικά
παρκάρω / σταθμεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- palan / garant : αγόμενο / σχοινί του παλάγκου
- garant / caution : εγγυητής
- responsabilité en tant que garant / garant : υποχρέωση του εγγυητή / ευθύνη του εγγυητικού φορέα
- gare : σταθμός
- garant : ιδρυτικός χρηματοδότης
- garant : καψουλιέρα / κορδονότρυπα
- garant : εγγυητής
- garant : βέτα(κν.) / στήμων συσπάστου
- buffet / buffet de gare : κυλικείο σταθμού
- escale / gare d'escale : σταθμός στάσης
Subscribe
0 Comments


