Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gélatine στα ελληνικά
gélatine
λέγεται
ζελατίν
.
gélatine
σημαίνει στα ελληνικά
ζελατίνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- E485 / gélatine : ζελατίνη
- gélatine : ζελατίνα
- gélule / capsule de gélatine : καψάκιο ζελατίνης / κάψουλα από ζελατίνα (Deprecated)
- gélatine durcie : σκληρυμένη ζελατίνη
- filtre gélatine : φίλτρο ζελατίνης
- gélatine animale : ζωική κόλλα / ζελατίνη ζωική
- écume de gélatine : αφρός της ζελατίνας
- bouillon-gélatine : ζωμός ζελατίνης
- gélatine animale : ζωϊκή ζελατίνη
- éponge de gélatine : σφουγγάρι της ζελατίνας
Subscribe
0 Comments


