Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

géniteur στα ελληνικά
géniteur
λέγεται
ζενιτέρ
.
géniteur
σημαίνει στα ελληνικά
γεννήτορας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- père / géniteur : πατέρας / αρσενικό
- géniteur / reproducteur : γεννήτορας / ζώο αναπαραγωγής
- géniteur / géniteurs : γεννήτορας / ψάρι γεννήτορας φυσικής αναπαραγωγής
- mère / génitrice : μητέρα
- SSB / biomasse des reproducteurs : BAA / βιομάζα του αποθέματος των γόνων
- stock de frai / stock de géniteurs : απόθεμα αναπαραγωγής / αναπαραγωγικό απόθεμα
- consentement éclairé du couple géniteur : ενημερωμένη συγκατάθεση του γονικού ζεύγους του εμβρύου
Subscribe
0 Comments


