Εφαρμογή του

gerçure στα ελληνικά
gerçure
λέγεται
ζερσύρ
.
gerçure
σημαίνει στα ελληνικά
σκάσιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gerçure : ραφή
- gerçure : ραγάς
- gerçure : μικρή σχισμή
- gerçures dans le lettrage : Kαλτσινιασμένο γράψιμο
- L'exposition répétée peut provoquer dessèchement ou gerçures de la peau. / MUL : Παρατεταµένη έκθεση µπορεί να προκαλέσει ξηρότητα δέρµατος ή σκάσιµο.
Subscribe
0 Comments