Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

giron στα ελληνικά
giron
λέγεται
ζιρόν
.
giron
σημαίνει στα ελληνικά
κόλποι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- giron / largeur de marche : πάτημα / πλάτος βαθμίδας
Subscribe
0 Comments


