Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gîter στα ελληνικά
gîter
λέγεται
ζιτέ
.
gîter
σημαίνει στα ελληνικά
γέρνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gîter / donner de la gîte : παίρνω εγκάρσια κλίση
- gîte : αστάθεια λόγω αρνητικού μετακεντρικού ύψους
- gîte : σταθερή εγκάρσια κλίση
- gîte rural : υπαίθριο καταφύγιο
- gîte rural : κατοικία / γεωργικό κατάλυμα
- gîte rural : αγρόκτημα-ξενώνας / αγρόκτημα που χρησιμοποιείται ως ξενώνας
- gîte animal / abri pour animaux : καταφύγιο ζώων
- contre-gîte : αντίθετη εγκαρσία κλίση
- gîte de nuit : Στάνη γρέκι
- angle de gîte : γωνία εγκάρσιας κλίσης / γωνία κλίσης του πλοίου
Subscribe
0 Comments


