Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gondole στα ελληνικά
gondole
λέγεται
γκονντόλ
.
gondole
σημαίνει στα ελληνικά
γόνδολα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gondole : γόνδολα
- bout gondole : μύτη τύπου γόνδολας / πούντα τύπου γόνδολας
- wagon à bords bas / wagon découvert à bords bas : όχημα χωρίς στέγη και χαμηλές παρειές
- panneau gondolé : κυματοειδές πανό
Subscribe
0 Comments


