Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gorge στα ελληνικά
gorge
λέγεται
γκορζ
.
gorge
σημαίνει στα ελληνικά
λαιμός / λαρύγγι / φαράγγι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gorge / canyon : φαράγγι
- gorge : κοίλη στεφάνη
- gorge : λαιμός / αυχένας
- gorge / spout : λαιμός / διώρυγα(κλιβάνου)
- gorge / grouve : σχισμή διαφυγής πλεονάζοντος υλικού
- gorge / gosier : λαιμός
- gorge : λαιμός
- gorge / rainure : αύλακα / αυλάκωση
- gorge / dégorgeoir : αύλαξ διαφυγής
- gorge : θεωρητικό πάχος εξωραφής
Subscribe
0 Comments


