Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gourmand στα ελληνικά
gourmand
λέγεται
γκουρμάν
.
gourmand
σημαίνει στα ελληνικά
λιχούδης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gourmand : λαίμαργος / βλαστός δεύτερης βλάστησης
- mange-tout / pois gourmand : γλυκομπίζελα / ζαχαρομπίζελο
- mange-tout / pois gourmand : γλυκομπίζελα
- truffe noire / truffe violette : τούβερ το μελανόσπορο
- bourgeon gourmand : βλαστός δεύτερης βλάστησης
Subscribe
0 Comments


