Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gracieux στα ελληνικά
gracieux
λέγεται
γκρασιέ
.
gracieux
σημαίνει στα ελληνικά
χαριτωμένος / με χάρη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gratification / versement à titre gracieux : χαριστική πληρωμή
- à titre gratuit / à titre gracieux : δωρεάν
- recours gracieux : απλή ή κοινή προσφυγή
- recours gracieux : αίτηση θεραπείας
- recours gracieux / demande en remise : αίτηση επιστροφής φόρων
- remise gracieuse : άφεση χρέους
- affaire gracieuse : εκούσια δικαιοδοσία
- recours gracieux : προσφυγή / αίτηση θεραπείας
- procédure gracieuse : διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας
Subscribe
0 Comments


