Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gratuitement στα ελληνικά
gratuitement
λέγεται
γκρατυιτμάν
.
gratuitement
σημαίνει στα ελληνικά
τσάμπα / δωρεάν
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gratuitement : δωρεάν
- voyageur transporté gratuitement : επιβάτης μετακινούμενος ατελώς
- exportations de biens cédés gratuitement : εξαγωγές αγαθών που δίνονται χαριστικά
Subscribe
0 Comments


