Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gréement στα ελληνικά
gréement
λέγεται
γκρεμάν
.
gréement
σημαίνει στα ελληνικά
ξάρτια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gréement : εξάρτιση, εξάρτηση
- gréement : εξαρτία
- dormants / gréement dormant : κρεμάμενα εξάρτια
- engin de pêche / train de pêche : αλιευτικά εργαλεία / αλιευτικό εργαλείο
- gréement simple : απλή αρματωσιά / απλός εξαρτισμός
- gréement double : διπλή αρματωσιά / διπλός εξαρτισμός
- gréement courant / manoeuvres courantes : αγόμενα σχοινιά / επιχείρια σχοινιά
- gréement courant : αυτοεντεινόμενα εξάρτια
- gréement de l'engin : εξαρτία / αρματωσιά
- gréement de fortune : πρόχειρη εξαρτία
Subscribe
0 Comments


