Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gril στα ελληνικά
gril
λέγεται
γκριλ
.
gril
σημαίνει στα ελληνικά
ψηστιέρα / σχάρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gril : σχάρα
- gril : ψηστιέρα
- gril : αριθμός πλαισίων
- gril / gril de triage : άτρακτος γραμμών αναμονής μηχανών / δέσμη γραμμών για αναμονή μηχανών
- boyau / fil de gril inactif : νεκρό νήμα πέλους
- gril de gare : κεφαλή της δέσμης σταθμού / κεφαλή του πλέγματος σταθμού
- gril de carénage : σκάρα ανέλκυσης
- gril des enclenchements : πλέγμα συμπλέξεων
- système en forme de gril : εσχαρωτόν δίκτυον
Subscribe
0 Comments


