Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

gripper στα ελληνικά
gripper
λέγεται
γκριπέ
.
gripper
σημαίνει στα ελληνικά
κολλάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gripper : σφηνώνω / κολλώ(κινητήρας)
- hog flu / grippe du porc : γρίπη των χοίρων
- rongé / grippé : διαβρωμένος
- fièvre Q : πυρετός Q
- grippe / influenza : γρίππη
- GAHP / IAHP : υψηλής παθογονικότητας γρίπη των πτηνών / πανώλη των πτηνών
- influenza / virus de la grippe : Ιός γρίπης
- mat grippé : ψαθυρή πλευρά
- IA / grippe aviaire : γρίπη των πτηνών
- peste aviaire / grippe aviaire : πανώλης των ορνίθων
Subscribe
0 Comments


