Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

grue στα ελληνικά
grue
λέγεται
γκρυ
.
grue
σημαίνει στα ελληνικά
γερανός / ιερόδουλη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- grue / grue cendrée : γερανός
- grue : γερανός
- grue : αλιεία με παρασυρόμενο δίχτυ
- grue : γερανός με πρόβολο
- lolo / chargement vertical au moyen de grues sur des navires cellulaires : lolo / κάθετη φόρτωση με γερανούς σε πλοία με κυψέλες
- grues / gruidés : γερανοί / γερανίδες
- grutier / conducteur de grue fixe à flèche mobile : χειριστής σταθερών γερανών με κινητό βραχίονα
Subscribe
0 Comments


